8ο Συμπόσιο Γλυπτικής Μουσείο «Θεόδωρος Παπαγιάννης»

Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου.

Το 8ο Συμπόσιο Γλυπτικής, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης “Θεόδωρος Παπαγιάννης” στο Ελληνικό Ιωαννίνων, ξεκίνησε τη δημιουργική του δράση. Με παράλληλες πολιτιστικές εκδηλώσεις το Σάββατο 19 Αυγούστου 2017 και έληξε στις 10 Σεπτεμβρίου με την παραγωγή εξαιρετικών γλυπτών που κοσμούν  τον περιβάλλοντα χώρο όχι μόνο του μουσείου μιας και απέκτησε και τον εξωτερικό του φύλακα που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε να τελειώνει και να στήνεται μεγαλόπρεπος και σιωπηλός δια χειρός Θεόδωρου Παπαγιάννη. 

Τι είναι η τέχνη, πώς παράγεται, από ποιούς και πώς εντάσσεται μέσα στον ανθρώπινο χώρο; Αυτά τα ερωτήματα μπορούν ν΄απαντηθούν με μια επίσκεψη στο χωριό Ελληνικό των Ιωαννίνων και  στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης “Θεόδωρος Παπαγιάννης” που τα τελευταία χρόνια αυτή την περίοδο εξελίσσεται το συμπόσιο γλυπτικής. Μια υπέροχη συνεργασία με γλύπτες που ακούς πάνω στην εργασία τους που είναι συλλογική να αποκαλούν Δάσκαλο τον  Θεόδωρο Παπαγιάννη ύψιστη τιμή και τίτλος που δεν συνοδεύει πλέον πολλούς σήμερα κι ας φέρουν τον πολυπόθητο  τίτλο.

Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης ακούραστος Δάσκαλος κατευθύνει τους γλύπτες που θέλουν τη γνώμη, το βλέμμα αλλά και την εμπειρία του. Ένα πιάσιμο από δω, ένα χτύπημα εκεί μια γραμμή που θα καμπυλωθεί, μια ακόμη παρέμβαση για να ολοκληρωθεί το έργο. Νέα έργα κοσμούν το δρόμο πρός το Ελληνικό και τη μονή της Τσούκας. Τα παγόνια του Έργις Χρυσικού με μια διαχρονική ομορφιά και περηφάνια να κοιτάζουν από ψηλά το τοπίο έχοντας την κοιλιά τους γεμάτη από κουτάκια αναψυκτικών δίσημη αναφορά και προβληματισμός. 

Στο χώρο του μουσείου δεσπόζει το έργο του ίδιου του γλύπτη «Μητρότητα», η αιώνια ιδέα και σύνολο της Μάνας που αγκαλιάζει το μωρό της. Το όστρακο αμύγδαλο εύρημα του Άρη Κατσιλάκη, έργα του Σπύρου Λισγάρα και Fattos Shulli. Αρκετές και άκρως ενδιαφέρουσες και οι παράλληλες εκδηλώσεις με συμμετοχή κόσμου και μεγάλη επισκεψιμότητα.


Σε συζήτηση με τον γλύπτη και με κυρίαρχο ερώτημα της συζήτησης,  αν η τέχνη περνά κρίση, η απάντηση είναι σαφής και ξεκάθαρη:  «Οταν η χώρα περνά κρίση είναι λογικό όλα να περνούν μαζί της κρίση.»  Ομολογεί πως είναι θλιβερό να περνά αυτό που ποτέ στη ζωή του δε φανταζόταν πως θα συναντούσε στο διάβα του, το μέγεθος της κρίσης που φτάνει σε απίστευτο σημείο και χτυπά τους πάντες από κάθε πλευρά και με κάθε μέσον.

Όμως ο ίδιος ο καλλιτέχνης δε σταματά. Ακούραστος και αεικίνητος μέσα στην πορεία της δημιουργίας αντιστέκεται και παράγει. Η τέχνη όπως και κάθε ανθρώπινο δημιούργημα απαιτούν σκληρή εργασία και μόχθο, ιδρώτα και χέρια σκληρά και ματωμένα, όχι μαλακά και περιποιημένα. Ξεχάσαμε ίσως σαν λαός τι σημαίνει εργασία, σκέψη, δημιουργικότητα έχοντας ως μοναδικό μας όραμα την καρέκλα του δημοσίου υπάλληλου, της μόνης ίσως σταθερής εργασίαςσυνδικαλιστικής προέλευσης που αποδίδει τα μόνιμα και σίγουρα είτε εργασθείς είτε όχι, είτε κοπιάσεις είτε όχι. Όνειρο του κάθε γονιού για το τέκνο, η χωρίς ιδρώτα εργασία, η κληρονομική διασφάλιση μιας καρεκλίτσας και η διαιώνιση του αργού και μη παραγωγικού αγενούς είδους....


 

Κι όμως -Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια....θα πεί ένας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ίσως και τώρα ή κάποτε να μας λένε τρελλούς θα πεί ο Θεόδωρος  Παπαγιάννης για τις ερχόμενες γενιές που θα παρατηρούν έργα μεγάλης αξίας σε χώρους που ούτε καν μπορεί κάποιος να υποψιαστεί πως η τέχνη και το ελεύθερο πνεύμα ανθίζει ακόμη και μέσα στα αγκάθια και τους κακοτράχαλους δρόμους. Και οι εργάτες της τέχνης και του πολιτισμού δε φοράνε καθαρά και ατσαλάκωτα ρούχα, δεν δίνουν διαταγές και διαλέξεις από τις καρέκλες τους που ούτως ή άλλως δεν κατέχουν, αλλά αντιθέτως χτυπάνε και σμιλεύουν την πέτρα, το μάρμαρο, το σίδερο και το μέταλλο,ψάχνουν για υλικά και το βλέμμα τους είναι καθάριο και ευθυτενές όπως και η σκέψη τους  που δεν κολλά στη λάσπη και το μικρό αλλά περπατά και πετά με το μεγάλο.

Προβληματισμοί για τις συζητήσεις των Μαρμάρων που φιλοξενούνται σε τόσα μη ελληνικά μουσεία και λειτουργούν ως πρεσβευτές μας, του πολιτισμού μας, που όπως αποδείχτηκε ούτε ποτέ τον καταλάβαμε ούτε πότε τον αποδεχτήκαμε ουσιαστικά και με την πρώτη ευκολία ή δυσκολία τον ξεπουλήσαμε. Λειτουργήσαμε με κάθε τρόπο ως αρχαιοκάπηλοι και έμποροι του κάθε μας ευρήματος και κληρονομιάς.

Δεν γέμισαν όλα τα ξένα μουσεία με ελληνικά εκθέματα κάθε περιόδου από τους κακούς ξένους που ήρθαν και μας λεηλάτησαν, αλλά και από ντόπια κι «αγαθά» χέρια που έδωσαν και πούλησαν ό,τι άρπαξαν ή κληρονόμησαν, ή «φιλοξένησαν»...σε χώρους και τόπους για να κοσμήσουν το μακρινό και καθόλου εχθρικό μουσείο πολιτισμού και όχι μικροπολιτκής και μικρο-ή και μεγαλοσυμφερόντων.

Δεν είναι βέβαιο πως ο Έλληνας αγαπά και εκτιμά τον πολιτισμό του, ίσως τον ανταγωνίζεται αλλά κι αυτό σχετικό είναι μιας και για τον ανταγωνιστείς ακόμη πρέπει να τον γνωρίζεις και το πιο πιθανό είναι με την πενιχρή μας παιδεία πως τον αγνοούμε έως τον κουβαλάμε μέσα μας κι έξω μας διαστρεβλωμένο.

Υπάρχει όμως και σώζει την τέχνη η δημιουργία και μάλιστα αυτή που εκτίθεται σε δημόσιο χώρο και μπορεί ο καθένας που θα ενδιαφερθεί να έχει πρόσβαση, να παρακολουθήσει, να συμμετάσχει να συνομιλήσει.

Ο γλύπτης Θεόδωρος Παπαγιάννης δε σταματά συνεχίζει αυτό που θεωρεί χρέος του και  να οραματίζεται. Έργα του αυτή την εποχή επίσης  εκτίθενται στο  αρχαιολογικό μουσείο των Δελφών και στο μουσείο Ελιάς στη Σπάρτη.

   

Ένα προσωπικό σχόλιο.


 Κατερίνα Σχισμένου

Η τέχνη και οι εκπρόσωποί της, ειδικά οι γλύπτες ποτέ δεν ήταν απρόσιτοι και  από τον κόσμο ή και από το κοινό τους. Ίσως επειδή τα υλικά τα οποία χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν να είναι κοντά και οικεία στον απλό παρατηρητή και θεατή.  Επίσης τα εργαλεία που χρησιμοποιούν να είναι όπως και παλιότερα κοντά στις ρίζες της πρωτογενούς ανθρώπινης μνήμης που σκάλιζε τα πρώτα εργαλεία επιβίωσης και δημιουργούσε την πρώτη του τέχνη σκαλίζοντας τα πετρώματα των σπηλαίων αναπαριστώντας και αποδίδοντας τη καθημερινότητά του μέσα από σκηνές κυνηγιού. Η πρώτη τέχνη αφορά ακριβώς την αφή , την πρώτη δοκιμή στον πηλό το νερό και το χώμα η πρώτη έκφραση και δημιουργία. Μεγάλη και πλούσια η πορεία της γλυπτικής και θ΄αδικούσαμε την Αίγυπτο, την Μεσοποταμία την αρχαία Ελλάδα και Ρώμη...

Αν και υπηρέτησε και την τέχνη της διακόσμησης και την θρησκευτική οδό, η γλυπτική απελευθερώθηκε σιγά- σιγά από τα στενά δεσμά του μεσαίωνα και της Αναγέννησης και επέρχεται ρήξη ειδικά τον 200  αιώνα με γλύπτες όπως τον Auguste Rodin, που τον ενδιαφέρει η απόδοση της κίνησης στο γλυπτό που είναι και γέφυρα της μετάβασης από την μία κατάσταση στην άλλη.

Θα μπορούσαμε να γράψουμε άπειρες σελίδες για την γλυπτική και την ιδιαίτερη γοητεία που ασκεί μιας και πάνω απ΄όλα ένα γλυπτό ως μνημείο  συνήθως αποτελεί σημείο ιστορικής αναφοράς και κουβαλά τη μνήμη, την τιμή, το πέρασμα και το σημείο συνάντησης.

Ο γλύπτης , ο πραγματικός τεχνίτης είναι στενά δεμένος με το έργο του, μιας και βγαίνει κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια του, τα χέρια του θεού, τα χέρια της δημιουργίας τους δικούς του νόμους και κατεύθυνση. Είναι ένας τρελός που υπερασπίζεται τον κόσμο του και τα δημιουργήματά του- όπως ο Χαλεπάς, όπως η Καμίγ Κλοντέλ..... Ο γλύπτης κυκλοφορεί με χτυπημένα δάχτυλα και σκονισμένα ρούχα, με την ψυχή του βαριά απ΄το υλικό που αφαίρεσε ή πρόσθεσε για να βγει το έργο του από την αμφιβολία του και τον προβληματισμό του, από στη σκέψη του στ΄όνειρό του.

Μια πρόταση προς τους εκλεγμένους του πολιτισμού του κάθε χώρου θα ήταν να  βρεθούν αυτά τα έργα και κάποια ίσως πιο μόνιμα και σε χώρους καθημερινής συμβίωσης με τον κάθε πολίτη σε πλατείες, και κοινόχρηστους χώρους. Πολιτισμός δεν είναι μόνο ο καφές και η πλαστική καρέκλα, το έδεσμα αλλά και το πνευματικό προϊόν της τέχνης που αν δεν του ανοίξουμε εμείς το δρόμο και δεν το βάλουμε στη ζωή μας  και στο οπτικό μας ορίζοντα και πεδίο δεν πρόκειται να εισέλθει  πότε..